Έλεγχος επαναλαμβανόμενων αποβολών

Το ευχάριστο γεγονός της εγκυμοσύνης και το συναίσθημα της προσμονής της γέννησης που θα ακολουθήσει, σε ορισμένες περιπτώσεις – ευτυχώς όχι συχνές- μετατρέπεται σε πρόβλημα δυσάρεστο, λόγω κάποιων επιπλοκών που εμφανίζονται. Η συχνότερη επιπλοκή που εμφανίζεται κυρίως στους 3 πρώτους μήνες της κύησης είναι η παλινδρόμηση και η αποβολή της. Η αποβολή μπορεί να συμβεί σε ποσοστό 10- 15% του συνόλου των κυήσεων, ενώ συνεχόμενες αποβολές παρουσιάζουν το 1-2% των ζευγαριών.
Για να γίνει κατανοητό τι συμβαίνει στην αρχή της εμβρυικής ζωής, πρέπει να γνωρίζουμε τα εξής: μετά τη γονιμοποίηση όπου ένα ωάριο από τη γυναίκα και ένα σπερματοζωάριο από τον άνδρα συνενώνονται, δημιουργούν ένα κύτταρο από το οποίο θα προέρθει το έμβρυο. Το κύτταρο αυτό, από την στιγμή που σχηματίζεται, αρχίζει ταχύτατα να διαιρείται και να πολλαπλασιάζεται. Η φάση όμως της κυτταρικής διαίρεσης είναι πολύ ευαίσθητη για κάθε οργανισμό και είναι δυνατόν να δεχθεί πολλαπλές επιδράσεις που θα επηρεάσουν την κανονική της πορεία και θα προκαλέσουν ανεπανόρθωτες βλάβες.
Για να μπορέσει να αναπτυχθεί σωστά το έμβρυο χρειάζεται:
- να έχει δημιουργηθεί από ωάριο και σπερματοζωάριο <καλής ποιότητος>, από όπου θα πρέπει να έχει κληρονομήσει τα γονίδια που θα καθοδηγήσουν την ορθή ανάπτυξη.
- να περιβάλλεται από ένα σωστό ενδομήτριο χώρο, που θα του προσφέρει τα σωστά θρεπτικά στοιχεία.
- να προστατεύεται από εξωτερικούς βλαπτικούς παράγοντες.
Όταν δεν υπάρχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις πολλά από τα γεννητικά μας κύτταρα, αν και είναι δυνατόν να δημιουργήσουν έμβρυα, δεν έχουν την ικανότητα και δεν μπορούν τελικά να καταλήξουν σε μια ολοκληρωμένη εγκυμοσύνη.
Το έμβρυο στις πρώτες εβδομάδες της ζωής του είναι ένας ταχύτατα αναπτυσσόμενος οργανισμός, πάρα πολύ όμως ευαίσθητος και ευπαθής και σχετικά εύκολα παραβλέπεται η ανάπτυξή του. Μια βλάβη, που σε οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή της εμβρυϊκής ζωής μπορεί να ήταν χωρίς σημασία, στη φάση της οργανογένεσης αποβαίνει θανατηφόρος επειδή καταστρέφει πολλά ζωτικά κύτταρα. Οι βλαπτικοί αυτοί παράγοντες πρακτικά είναι αδύνατο να τους γνωρίζουμε, να τους προβλέψουμε και να τους αποφύγουμε. Είναι πάντως σχετικά μικρότερη η πιθανότητα να επαναληφθούν και να επηρεάσουν και τις επόμενες εγκυμοσύνες. Έχει υπολογιστεί ότι το 60% των εμβρύων που αρχικά σχηματίζονται, χάνονται πολύ νωρίς πριν ακόμα η γυναίκα έχει καθυστέρηση της εμμηνορρυσίας και δεν αντιλαμβάνεται ότι υπήρξε εγκυμοσύνη. Από τις γυναίκες που η εμμηνορρυσία δεν θα έρθει και θα έχουν θετικό τεστ κυήσεως ένα ποσοστό 10-15% θα αποβάλουν μέσα στους τρεις πρώτους μήνες.
Συνήθως οι περισσότερες αποβολές (ποσοστό 50-70%) οφείλονται σε ανωμαλία του εμβρύου εξαιτίας μεταλλάξεων, δηλαδή διαταραχών στα γονίδια, που είτε κληρονόμησαν τυχαία από τους γονείς ή συνέβησαν λόγω επίδρασης τυχαίων βλαπτικών εξωτερικών παραγόντων, όπως τοξικές χημικές ουσίες και φάρμακα, ακτινοβολία, υπερθερμία, κλπ. Το γεγονός αυτό θεωρείται ένα απόλυτα φυσικό φαινόμενο που εμποδίζει την ανάπτυξη ενός εμβρύου που σχηματίζεται από όχι φυσιολογικά γεννητικά κύτταρα που υπάρχουν στο σώμα κάθε ανθρώπου. Θα πρέπει επομένως να τονισθεί, ότι η αποβολή αποτελεί μια πρόνοια ης φύσης να <διώξει> ένα παθολογικό οργανισμό. Άρα κατά κάποιον τρόπο η φύση προβλέπει και δεν αφήνει να γεννηθεί ένας άνθρωπος που δεν είναι φυσιολογικός. Γι’ αυτό η συνήθης συμβουλή σε κάθε ζευγάρι που είχε την ατυχία μιας αποβολής είναι η ενημέρωση για τις τυχόν αιτίες που ευθύνονται και η προτροπή να προσπαθήσει ξανά για μια κύηση γνωρίζοντας ότι έχει τις περισσότερες πιθανότητες για μια κύηση γνωρίζοντας ότι έχει τις περισσότερες πιθανότητες για επιτυχή έκβασή της, αφού προηγουμένως υποβληθεί σε κάποιες απλές εξετάσεις από αυτές που θα αναφέρουμε πιο κάτω.
Όταν όμως το δυσάρεστο φαινόμενο των αποβολών εμφανίζεται ξανά και ξανά, τότε εκτός της μικρής πιθανότητας να χάνονται συνεχώς κάποια όχι φυσιολογικά έμβρυα, θα πρέπει να αναζητήσουμε και μια παθολογική αιτία που τις προκαλεί και ευθύνεται για την αποβολή ενός φυσιολογικού κυήματος. Οι αιτίες αυτές είναι οι εξής:
- Μια λοίμωξη, όπως τοξόπλασμα, κυτταρομεγαλοιό, λιστέρια, μυκόπλασμα, ερυθρά κ.α. στο πρώτο τρίμηνο. Γίνονται ειδικές εξετάσεις αίματος και κολπικού υγρού για την διάγνωση λοίμωξης από αυτά τα μικρόβια.
- Ανατομικές ανωμαλίες της μήτρας, κυρίως συγγενή διαφράγματα, ενδομητρικές συμφύσεις, υποβλενογόνα ινομυώματα κ.α. Γίνεται συνήθως ένα ενδοκολπικό υπερηχογράφημα. Μπορεί όμως να γίνει και υδρο-υστερογραφία, τριδιάστατο υπερηχογράφημα, υστεροσαλπιγγογραφία, υστεροσκόπηση.
- Ορμονικές διαταραχές που έχουν σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός πτωχού- ανεπαρκούς ενδομητρίου, που δεν θα μπορεί να θρέψει ένα έμβρυο στις πρώτες εβδομάδες της ζωής του. Γίνονται ειδικές εξετάσεις για μέτρηση ορμονών. Μπορεί επίσης να γίνει λήψη ενδομητρικού ιστού για ιστολογική εξέταση, ανοσοιστοχημικό έλεγχο και μέτρηση ειδικών πρωτεινών.
- Μεταβολικά και αυτοάνοσα νοσήματα όπως, σακχαρώδης διαβήτης, αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο, κολλαγονώσεις κ.α. Διαταραχές της πηκτικότητας του αίματος, νοσήματα γνωστά σαν θρομβοφιλίες. Γίνονται οι αντίστοιχες ποιοτικές δοκιμασίες και ποσοτικές μετρήσεις των παραγόντων πηκτικότητος.